Προτάσεις ΠΟΠΕΚ για τη φορολόγηση των πρατηρίων καυσίμων και τη θέσπιση διατακτικών καυσίμων
Προτάσεις προς τον υφυπουργό Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, Δημήτρη Μαρκόπουλο (με κοινοποίηση στον αντιπρόεδρο της κυβέρνησης, Κωστή Χατζηδάκη) κατέθεσε η Πανελλήνια Ομοσπονδία Πρατηριούχων Εμπόρων Καυσίμων (ΠΟΠΕΚ), για τη φορολόγηση των πρατηρίων καυσίμων και τη θέσπιση διατακτικών καυσίμων.
1. Αλλαγή του τρόπου προσδιορισμού του φορολογητέου εισοδήματος των πρατηρίων καυσίμων
1.1 Το υφιστάμενο πρόβλημα
Η εφαρμογή του ελάχιστου τεκμαρτού εισοδήματος στις ατομικές επιχειρήσεις πρατηρίων καυσίμων δημιουργεί σημαντικές στρεβλώσεις, καθώς αντιμετωπίζει τον ονομαστικό κύκλο εργασιών ως ένδειξη φοροδοτικής ικανότητας, χωρίς να λαμβάνει επαρκώς υπόψη τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του κλάδου.
Στα πρατήρια καυσίμων, ποσοστό που υπερβαίνει κατά κανόνα το 95% του συνολικού κύκλου εργασιών προέρχεται από την πώληση καυσίμων. Πρόκειται για έναν κύκλο εργασιών πλήρως καταγεγραμμένο και ελεγχόμενο, καθώς οι πωλήσεις παρακολουθούνται μέσω του συστήματος εισροών–εκροών και συνοδεύονται από αυτόματη έκδοση των προβλεπόμενων φορολογικών στοιχείων.
Ο κλάδος των πρατηρίων καυσίμων αποτελεί, επομένως, μία ιδιαίτερη περίπτωση επιχειρηματικής δραστηριότητας, στην οποία η κύρια πηγή των εσόδων καταγράφεται ηλεκτρονικά και διασταυρώνεται με τις εισροές, τις εκροές, τα φορολογικά παραστατικά, τα δεδομένα των ταμειακών συστημάτων και τις σχετικές υποχρεώσεις διαβίβασης.
Παράλληλα, ο ιδιαίτερα υψηλός κύκλος εργασιών των πρατηρίων δεν αποτελεί ένδειξη αντίστοιχης κερδοφορίας. Το μεγαλύτερο μέρος της τελικής τιμής των καυσίμων αντιστοιχεί στην αξία αγοράς του προϊόντος, στον Ειδικό Φόρο Κατανάλωσης, στον Φόρο Προστιθέμενης Αξίας και σε λοιπές φορολογικές και κανονιστικές επιβαρύνσεις.
Τα ποσά αυτά διέρχονται λογιστικά από την επιχείρηση, χωρίς να αποτελούν πραγματικό εμπορικό όφελος του πρατηριούχου. Το καθαρό περιθώριο κέρδους ανά λίτρο παραμένει περιορισμένο και δεν μπορεί να συγκριθεί με δραστηριότητες στις οποίες ο ίδιος κύκλος εργασιών δημιουργεί σημαντικά υψηλότερη προστιθέμενη αξία.
Η χρήση, συνεπώς, του συνολικού κύκλου εργασιών ως βασικού ή συμπληρωματικού κριτηρίου για τον προσδιορισμό του ελάχιστου φορολογητέου εισοδήματος οδηγεί σε φορολόγηση που δεν ανταποκρίνεται στην πραγματική οικονομική απόδοση των επιχειρήσεων.
1.2 Κύρια πρόταση της ΠΟΠΕΚ
Η ΠΟΠΕΚ προτείνει την εξαίρεση των ατομικών επιχειρήσεων πρατηρίων καυσίμων από την εφαρμογή του συστήματος του ελάχιστου τεκμαρτού εισοδήματος, υπό την προϋπόθεση ότι το μεγαλύτερο μέρος του ετήσιου κύκλου εργασιών τους προέρχεται από την πώληση καυσίμων που καταγράφεται μέσω νόμιμα εγκατεστημένου και διασυνδεδεμένου συστήματος εισροών–εκροών.
Το φορολογητέο εισόδημα των επιχειρήσεων αυτών πρέπει να προσδιορίζεται αποκλειστικά με βάση τα πραγματικά οικονομικά τους δεδομένα, δηλαδή με τη λογιστική μέθοδο των εσόδων μείον τα πραγματικά, νόμιμα και τεκμηριωμένα έξοδα.
Η πρόταση δεν αποσκοπεί στην παροχή προνομιακής φορολογικής μεταχείρισης προς τον κλάδο. Αποσκοπεί στην αποκατάσταση της φορολογικής δικαιοσύνης και της αρχής της φορολόγησης με βάση την πραγματική φοροδοτική ικανότητα.
Οι πρατηριούχοι θα συνεχίσουν να φορολογούνται για το σύνολο των πραγματικών καθαρών κερδών που προκύπτουν από τη δραστηριότητά τους. Παράλληλα, η Φορολογική Διοίκηση θα εξακολουθήσει να διαθέτει όλα τα απαιτούμενα ηλεκτρονικά δεδομένα για τη διενέργεια διασταυρώσεων και ελέγχων.
Η υψηλή ψηφιακή εποπτεία του κλάδου περιορίζει ουσιωδώς τον κίνδυνο απόκρυψης εσόδων από την κύρια δραστηριότητα. Δεν δικαιολογείται, επομένως, η παράλληλη εφαρμογή ενός τεκμαρτού μηχανισμού, ο οποίος μπορεί να οδηγήσει στη φορολόγηση ανύπαρκτων κερδών.
1.3 Βασικά επιχειρήματα της πρότασης
Η εξαίρεση των πρατηρίων καυσίμων από την τεκμαρτή φορολόγηση στηρίζεται σε πέντε βασικά δεδομένα.
Πρώτον, τα έσοδα από την πώληση καυσίμων είναι καθολικά καταγεγραμμένα και ελεγχόμενα μέσω του συστήματος εισροών–εκροών και της αυτόματης έκδοσης φορολογικών στοιχείων.
Δεύτερον, ο υψηλός κύκλος εργασιών δεν αντανακλά υψηλό εισόδημα, καθώς σημαντικό τμήμα της λιανικής τιμής αποτελείται από φόρους, επιβαρύνσεις και κόστος αγοράς του καυσίμου.
Τρίτον, το πραγματικό μικτό περιθώριο του πρατηρίου είναι περιορισμένο και επηρεάζεται από παράγοντες που δεν ελέγχονται από την επιχείρηση, όπως οι διεθνείς τιμές, η τιμολογιακή πολιτική των εταιρειών εμπορίας, το ενεργειακό κόστος και οι υποχρεωτικές επενδύσεις συμμόρφωσης.
Τέταρτον, η λογιστική μέθοδος προσδιορισμού του εισοδήματος αποτελεί την ακριβέστερη και δικαιότερη μέθοδο για επιχειρήσεις των οποίων τα έσοδα είναι ήδη ψηφιακά καταγεγραμμένα και μπορούν να διασταυρωθούν από τη Φορολογική Διοίκηση.
Πέμπτον, η εφαρμογή του συστήματος τεκμαρτής φορολόγησης δημιουργεί στην πράξη ένα ισχυρό κίνητρο μετατροπής των ατομικών επιχειρήσεων σε προσωπικές ή κεφαλαιουχικές εταιρείες, προκειμένου να αποφευχθεί η πρόσθετη φορολογική επιβάρυνση. Για τα πρατήρια καυσίμων, όμως, μία τέτοια επιλογή δεν αποτελεί μια απλή διοικητική ή λογιστική διαδικασία.
Η αλλαγή της νομικής μορφής μιας επιχείρησης συνεπάγεται σειρά υποχρεωτικών αδειοδοτικών, συμβατικών και τεχνικών μεταβολών, όπως η τροποποίηση της ονομαστικής άδειας λειτουργίας του πρατηρίου, η αναθεώρηση της σύμβασης συνεργασίας με την εταιρεία εμπορίας καυσίμων, η μεταβολή των συμβάσεων με τον πάροχο ηλεκτρονικής τιμολόγησης ή του φορολογικού ηλεκτρονικού μηχανισμού (ΦΗΜΑΣ), η προσαρμογή του συστήματος εισροών – εκροών, η επικαιροποίηση μισθωτηρίων και λοιπών συμβάσεων, η προμήθεια ή επαναδιασύνδεση νέων τερματικών POS, καθώς και πλήθος άλλων διαδικασιών που απαιτούν σημαντικό χρόνο, υψηλό κόστος και δημιουργούν πρόσθετο επιχειρηματικό κίνδυνο.
Κατά συνέπεια, η μεταβολή της εταιρικής μορφής δεν μπορεί να θεωρείται μια εύκολη ή αυτονόητη επιλογή για τις επιχειρήσεις του κλάδου. Η φορολογική νομοθεσία οφείλει να παραμένει ουδέτερη ως προς τη νομική μορφή των επιχειρήσεων και να μην οδηγεί, άμεσα ή έμμεσα, σε αναγκαστική αναδιοργάνωσή τους αποκλειστικά για φορολογικούς λόγους.
1.4 Κοινωνικός και οικονομικός αντίκτυπος
Η κατάργηση της τεκμαρτής φορολόγησης για τα πρατήρια καυσίμων δεν αφορά μόνο τις επιχειρήσεις του κλάδου. Μπορεί να δημιουργήσει ευρύτερο θετικό κοινωνικό και οικονομικό αποτέλεσμα.
Η μείωση της υπέρμετρης φορολογικής επιβάρυνσης θα ενισχύσει τη βιωσιμότητα των πρατηρίων και θα δημιουργήσει μεγαλύτερα περιθώρια συγκράτησης του λειτουργικού τους κόστους. Σε συνθήκες ανταγωνισμού, μέρος του οφέλους μπορεί να μετακυλιστεί στην τελική τιμή των καυσίμων.
Η ΠΟΠΕΚ εκτιμά ότι, ανάλογα με τον όγκο πωλήσεων, τη φορολογική επιβάρυνση και τα οικονομικά δεδομένα κάθε επιχείρησης, μπορεί να δημιουργηθεί δυνατότητα συγκράτησης ή και μείωσης της τιμής στην αντλία κατά δύο έως τρία λεπτά ανά λίτρο.
Η επίδραση αυτή δεν μπορεί να είναι ίδια για όλα τα πρατήρια και δεν πρέπει να παρουσιαστεί ως αυτόματη ή υποχρεωτική συνέπεια της αλλαγής. Αποτελεί, όμως, μία πραγματική δυνατότητα, ιδιαίτερα στις επιχειρήσεις που σήμερα επιβαρύνονται με φόρο επί τεκμαρτού εισοδήματος σημαντικά υψηλότερου από το πραγματικό τους κέρδος.
Για παράδειγμα, σε ένα πρατήριο με ετήσιες πωλήσεις 500.000 λίτρων, η μείωση της τιμής κατά δύο λεπτά ανά λίτρο αντιστοιχεί σε ετήσιο ποσό 10.000 ευρώ. Μείωση κατά τρία λεπτά ανά λίτρο αντιστοιχεί σε ποσό 15.000 ευρώ.
Εφόσον η κατάργηση ή ο περιορισμός της τεκμαρτής επιβάρυνσης δημιουργεί αντίστοιχο οικονομικό όφελος, το ποσό αυτό μπορεί, συνολικά ή εν μέρει, να αξιοποιηθεί για τη συγκράτηση των τιμών, τη διατήρηση θέσεων εργασίας, τη βελτίωση των αποδοχών και τη χρηματοδότηση των υποχρεωτικών επενδύσεων του πρατηρίου.
Ιδιαίτερα σημαντική είναι η επίδραση στις νησιωτικές, ορεινές, παραμεθόριες και απομακρυσμένες περιοχές. Τα πρατήρια των περιοχών αυτών συχνά λειτουργούν με χαμηλότερο όγκο πωλήσεων και αυξημένο κόστος εφοδιασμού, μεταφοράς και λειτουργίας.
Η διατήρηση της λειτουργίας τους αποτελεί ζήτημα κοινωνικής και οικονομικής συνοχής, καθώς εξυπηρετούν κατοίκους, επαγγελματίες, αγρότες, τουριστικές επιχειρήσεις, μέσα μεταφοράς και υπηρεσίες έκτακτης ανάγκης.
Η προτεινόμενη αλλαγή μπορεί, επομένως, να συμβάλει στη συγκράτηση ή και στη μείωση των τιμών στην αντλία, στη διατήρηση μικρών και οικογενειακών επιχειρήσεων, στη διατήρηση θέσεων εργασίας, στην ενίσχυση της τοπικής οικονομίας, στη χρηματοδότηση επενδύσεων ψηφιακής και περιβαλλοντικής συμμόρφωσης και στην εξασφάλιση της απρόσκοπτης πρόσβασης των πολιτών σε καύσιμα.
1.5 Δημοσιονομική διάσταση
Η πρόταση δεν συνεπάγεται απαλλαγή των πρατηριούχων από τη φορολογία εισοδήματος.
Οι επιχειρήσεις θα συνεχίσουν να φορολογούνται κανονικά για τα καθαρά κέρδη που προκύπτουν από τα λογιστικά τους βιβλία, τα φορολογικά τους στοιχεία και τα δεδομένα που διαβιβάζονται στη Φορολογική Διοίκηση.
Η προτεινόμενη αλλαγή αφορά μόνο την αποτροπή της φορολόγησης εισοδήματος που δεν έχει πραγματικά αποκτηθεί.
Η Φορολογική Διοίκηση θα εξακολουθήσει να διαθέτει τη δυνατότητα διασταύρωσης των αγορών και των πωλήσεων, ελέγχου των δεδομένων του συστήματος εισροών–εκροών, διασταύρωσης των στοιχείων των ταμειακών συστημάτων, των ηλεκτρονικών πληρωμών και του myDATA, ελέγχου των αποθεμάτων και των αποκλίσεων και διενέργειας στοχευμένων φορολογικών και τελωνειακών ελέγχων.
Αντίθετα, η φορολόγηση με βάση τα πραγματικά κέρδη ενισχύει την εμπιστοσύνη προς το φορολογικό σύστημα και μειώνει τον κίνδυνο αμφισβητήσεων, προσφυγών και συσσώρευσης φορολογικών οφειλών από επιχειρήσεις που καλούνται να καταβάλουν φόρο για εισόδημα που δεν απέκτησαν.
1.6 Εναλλακτική πρόταση – Plan B
Σε περίπτωση που δεν κριθεί πολιτικά εφικτή η πλήρης εξαίρεση των ατομικών επιχειρήσεων πρατηρίων καυσίμων από το σύστημα του ελάχιστου τεκμαρτού εισοδήματος, προτείνεται η υιοθέτηση ειδικών παρεμβάσεων, ώστε ο τρόπος υπολογισμού του τεκμηρίου να λαμβάνει υπόψη τα πραγματικά οικονομικά χαρακτηριστικά του κλάδου.
Α. Κατάργηση της προσαύξησης του τεκμαρτού εισοδήματος βάσει κύκλου εργασιών
Ως πρώτη και απολύτως αναγκαία παρέμβαση προτείνεται να ενταχθούν οι επιχειρήσεις λιανικής εμπορίας καυσίμων στις δραστηριότητες για τις οποίες δεν εφαρμόζεται η προσαύξηση του ελάχιστου τεκμαρτού εισοδήματος λόγω υπέρβασης του μέσου κύκλου εργασιών του αντίστοιχου ΚΑΔ.
Με τον τρόπο αυτό, το τεκμαιρόμενο εισόδημα των πρατηρίων δεν θα προσαυξάνεται εξαιτίας ενός ιδιαίτερα υψηλού ονομαστικού κύκλου εργασιών, ο οποίος δεν αντιστοιχεί σε ανάλογη κερδοφορία.
Η αντιμετώπιση αυτή ακολουθεί τη λογική των εξαιρέσεων που έχουν ήδη προβλεφθεί για δραστηριότητες όπως το λιανικό εμπόριο καπνικών προϊόντων, στις οποίες ο υψηλός κύκλος εργασιών διαμορφώνεται σε σημαντικό βαθμό από την αξία του προϊόντος και τις φορολογικές επιβαρύνσεις.
Β. Αφαίρεση του Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης και των λοιπών φορολογικών επιβαρύνσεων από τον κύκλο εργασιών
Εναλλακτικά ή συμπληρωματικά, για τον υπολογισμό της προσαύξησης του ελάχιστου τεκμαρτού εισοδήματος, ως κύκλος εργασιών των πρατηρίων καυσίμων να λαμβάνεται υπόψη η πραγματική καθαρή εμπορική αξία των πωλήσεων, μετά την αφαίρεση του Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης, του Φόρου Προστιθέμενης Αξίας, των λοιπών ειδικών φόρων και επιβαρύνσεων που ενσωματώνονται στην τελική τιμή των καυσίμων, καθώς και κάθε ποσού που εισπράττεται υπέρ του Δημοσίου ή τρίτων και δεν αποτελεί πραγματικό έσοδο ή εμπορικό όφελος της επιχείρησης.
Δεν είναι φορολογικά ορθό ποσά τα οποία εισπράττονται από το πρατήριο και αποδίδονται στο Δημόσιο να θεωρούνται στοιχείο αυξημένης φοροδοτικής ικανότητας και να χρησιμοποιούνται για την προσαύξηση του τεκμαρτού εισοδήματος.
Ο πρατηριούχος δεν αποκτά οικονομικό όφελος από τον Ειδικό Φόρο Κατανάλωσης και τον ΦΠΑ. Λειτουργεί ως ενδιάμεσος φορέας είσπραξης και απόδοσης των σχετικών ποσών. Η συνυπολόγισή τους στον κύκλο εργασιών για την εφαρμογή του τεκμαρτού συστήματος οδηγεί ουσιαστικά στη χρησιμοποίηση των ίδιων των φόρων ως ένδειξης επιχειρηματικού κέρδους.
Γ. Ειδική προστασία μικρών και περιφερειακών πρατηρίων
Προτείνεται η θέσπιση πρόσθετης μείωσης ή πλήρους εξαίρεσης από το ελάχιστο τεκμαρτό εισόδημα για πρατήρια που λειτουργούν σε μικρούς οικισμούς, σε νησιωτικές, ορεινές και παραμεθόριες περιοχές, σε περιοχές με χαμηλή πληθυσμιακή πυκνότητα, με περιορισμένο ετήσιο όγκο πωλήσεων ή αποτελούν το μοναδικό ή ένα από τα ελάχιστα σημεία ανεφοδιασμού μιας ευρύτερης περιοχής.
Οι επιχειρήσεις αυτές δεν πρέπει να αξιολογούνται αποκλειστικά με βάση τον ονομαστικό κύκλο εργασιών τους. Η λειτουργία τους καλύπτει βασικές ανάγκες τοπικής εξυπηρέτησης και αποτελεί αναγκαία υποδομή για τους κατοίκους, τους επαγγελματίες, τους αγρότες, τις τουριστικές επιχειρήσεις και τις υπηρεσίες έκτακτης ανάγκης.
Η υπέρμετρη φορολογική τους επιβάρυνση μπορεί να οδηγήσει σε διακοπή δραστηριότητας και να δημιουργήσει σοβαρά προβλήματα πρόσβασης σε καύσιμα για ολόκληρες περιοχές.
1.7 Συμπέρασμα πρώτης πρότασης
Η επιστροφή στον λογιστικό προσδιορισμό εσόδων και εξόδων αποτελεί την ορθότερη, δικαιότερη και θεσμικά συνεπέστερη λύση για τα πρατήρια καυσίμων.
Πρόκειται για έναν κλάδο με σχεδόν πλήρως ελεγχόμενα έσοδα, υψηλό ονομαστικό κύκλο εργασιών, περιορισμένα περιθώρια κέρδους και ιδιαίτερα υψηλή συμμετοχή φόρων στην τελική τιμή του προϊόντος.
Η τεκμαρτή φορολόγηση δεν αντιμετωπίζει την πραγματική φοροδοτική ικανότητα των επιχειρήσεων και μπορεί να οδηγήσει στη φορολόγηση κερδών τα οποία δεν έχουν αποκτηθεί.
Η κύρια θέση της ΠΟΠΕΚ πρέπει, συνεπώς, να είναι η πλήρης εξαίρεση των πρατηρίων καυσίμων από το σύστημα του ελάχιστου τεκμαρτού εισοδήματος.
Σε περίπτωση που η πλήρης εξαίρεση δεν είναι πολιτικά εφικτή, ελάχιστη αναγκαία παρέμβαση αποτελεί η κατάργηση της προσαύξησης βάσει κύκλου εργασιών, η αφαίρεση του Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης και των λοιπών φορολογικών επιβαρύνσεων από τη βάση υπολογισμού και η ειδική προστασία των μικρών και περιφερειακών πρατηρίων.
- Θέσπιση διατακτικών καυσίμων για τους εργαζομένους
2.1 Αντικείμενο της πρότασης
Η ΠΟΠΕΚ προτείνει τη θέσπιση δυνατότητας χορήγησης από τους εργοδότες διατακτικών καυσίμων προς τους εργαζομένους τους, μέχρι του ποσού των έξι ευρώ ανά πραγματική εργάσιμη ημέρα και μέχρι συνολικού ανώτατου ποσού 1.452 ευρώ ετησίως.
Η προτεινόμενη ρύθμιση ακολουθεί τη λογική του πλαισίου που εφαρμόζεται στις διατακτικές σίτισης και αποσκοπεί στη δημιουργία μιας στοχευμένης, ελεγχόμενης και κοινωνικά χρήσιμης παροχής για την κάλυψη μέρους του κόστους μετάβασης των εργαζομένων προς και από την εργασία τους.
Οι διατακτικές καυσίμων προτείνεται να μην αποτελούν φορολογητέα παροχή σε είδος για τον εργαζόμενο και να μην υπόκεινται σε ασφαλιστικές εισφορές εργαζομένου και εργοδότη, εφόσον πληρούνται συγκεκριμένες προϋποθέσεις.
Το ποσό των 1.452 ευρώ αντιστοιχεί σε έξι ευρώ για 242 πραγματικές εργάσιμες ημέρες. Για λόγους ισότητας, διαφάνειας και ελέγχου, η απαλλαγή πρέπει να συνδέεται τόσο με ημερήσιο όριο όσο και με ετήσιο ανώτατο όριο.
Το πραγματικό ποσό της παροχής για κάθε εργαζόμενο θα υπολογίζεται ανάλογα με τις ημέρες πραγματικής απασχόλησής του.
2.2 Κοινωνική και οικονομική αναγκαιότητα
Το κόστος μετακίνησης προς και από την εργασία αποτελεί σημαντική καθημερινή επιβάρυνση για μεγάλο αριθμό εργαζομένων.
Το πρόβλημα είναι ιδιαίτερα έντονο στις περιοχές όπου δεν υπάρχει επαρκές δίκτυο δημόσιων συγκοινωνιών, στις νησιωτικές και περιφερειακές περιοχές, στις βιομηχανικές ζώνες, στις τουριστικές περιοχές, καθώς και για εργαζομένους που εργάζονται με κυλιόμενα ή νυχτερινά ωράρια.
Σε πολλές περιπτώσεις, η χρήση ιδιωτικού οχήματος δεν αποτελεί επιλογή, αλλά αναγκαιότητα. Ο εργαζόμενος υποχρεώνεται να καλύπτει καθημερινά σημαντική απόσταση, προκειμένου να μεταβεί στον τόπο εργασίας του, με άμεση επίπτωση στο πραγματικό διαθέσιμο εισόδημά του.
Παράλληλα, η αγορά εργασίας αντιμετωπίζει σοβαρές δυσκολίες στην προσέλκυση και διατήρηση ανθρώπινου δυναμικού.
Το υψηλό μη μισθολογικό κόστος περιορίζει τη δυνατότητα πολλών επιχειρήσεων να χορηγήσουν σημαντικές πρόσθετες παροχές ή αυξήσεις αποδοχών, ιδιαίτερα στις μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις.
Η θέσπιση διατακτικών καυσίμων μπορεί να λειτουργήσει ως μία πραγματική οικονομική ανάσα για τον εργαζόμενο και ως ένα πρόσθετο εργαλείο για τον εργοδότη, προκειμένου να επιβραβεύσει, να προσελκύσει και να διατηρήσει το προσωπικό του.
Η προτεινόμενη παροχή δεν πρέπει να αντιμετωπιστεί ως υποκατάστατο του μισθού. Πρέπει να αποτελεί πρόσθετη παροχή, η οποία χορηγείται πέραν των συμφωνημένων τακτικών αποδοχών και εξυπηρετεί έναν συγκεκριμένο κοινωνικό σκοπό: τη μερική κάλυψη του κόστους μετάβασης στην εργασία.
2.3 Αναμενόμενα οφέλη
Η θέσπιση των διατακτικών καυσίμων μπορεί να επιφέρει πολλαπλά οφέλη για τους εργαζομένους, τις επιχειρήσεις και την οικονομία.
Για τον εργαζόμενο, η παροχή ενισχύει άμεσα το πραγματικό διαθέσιμο εισόδημά του. Το ανώτατο ποσό των 1.452 ευρώ ετησίως αντιστοιχεί σε ουσιαστική κάλυψη μέρους των ετήσιων εξόδων μετακίνησης, ιδιαίτερα για εργαζομένους χαμηλών και μεσαίων αποδοχών.
Για τον εργοδότη, αποτελεί ένα πρόσθετο εργαλείο ανταμοιβής του προσωπικού, χωρίς την πλήρη επιβάρυνση που θα συνεπαγόταν μία ισόποση μικτή μισθολογική αύξηση.
Για την αγορά εργασίας, μπορεί να συμβάλει στην αντιμετώπιση της έλλειψης προσωπικού, ιδιαίτερα σε περιοχές και δραστηριότητες στις οποίες η μετακίνηση αποτελεί βασικό εμπόδιο για την αποδοχή ή τη διατήρηση μιας θέσης εργασίας.
Για την οικονομία, το μέτρο ενισχύει τις ηλεκτρονικές συναλλαγές, κατευθύνει την κατανάλωση μέσα από νόμιμα λειτουργούντα και ελεγχόμενα σημεία πώλησης και συμβάλλει στη διαφάνεια της αγοράς.
Επιπλέον, η ενίσχυση της δυνατότητας μετακίνησης μπορεί να διευρύνει τη γεωγραφική ακτίνα αναζήτησης εργασίας και να διευκολύνει τη στελέχωση επιχειρήσεων που βρίσκονται εκτός των μεγάλων αστικών κέντρων.
2.4 Προϋποθέσεις εφαρμογής
Για να διασφαλιστεί ο κοινωνικός χαρακτήρας του μέτρου και να αποτραπούν καταχρήσεις, προτείνεται οι διατακτικές καυσίμων να πληρούν συγκεκριμένες προϋποθέσεις.
Η διατακτική πρέπει να χορηγείται σε ηλεκτρονική μορφή, μέσω ειδικής κάρτας, ηλεκτρονικού πορτοφολιού ή άλλου ψηφιακού μέσου.
Πρέπει να είναι ονομαστική και να συνδέεται με συγκεκριμένο εργαζόμενο.
Η αξία της δεν πρέπει να υπερβαίνει τα έξι ευρώ ανά πραγματική εργάσιμη ημέρα και τα 1.452 ευρώ συνολικά ανά φορολογικό έτος.
Πρέπει να χρησιμοποιείται αποκλειστικά για την αγορά καυσίμων κίνησης ή ηλεκτρικής ενέργειας για τη φόρτιση οχήματος.
Η εξαργύρωσή της πρέπει να πραγματοποιείται μόνο σε νόμιμα λειτουργούντα και συμβεβλημένα πρατήρια καυσίμων ή σημεία φόρτισης ηλεκτρικών οχημάτων.
Δεν πρέπει να μπορεί να εξαργυρωθεί σε μετρητά, να μεταβιβαστεί σε τρίτο πρόσωπο ή να χρησιμοποιηθεί για την αγορά άλλων προϊόντων και υπηρεσιών.
Η χορήγησή της πρέπει να γίνεται πέραν των συμφωνημένων τακτικών αποδοχών.
Πρέπει να απαγορεύεται ρητά η αντικατάσταση ή η μείωση μισθού, επιδόματος ή άλλης τακτικής αποδοχής με διατακτικές καυσίμων.
Η παροχή πρέπει να καταχωρίζεται διακριτά στα πληροφοριακά συστήματα μισθοδοσίας και στις σχετικές δηλώσεις προς τη Φορολογική και Ασφαλιστική Διοίκηση, χωρίς να αποτελεί βάση υπολογισμού ασφαλιστικών εισφορών.
Δεν πρέπει να συνυπολογίζεται στις αποδοχές για τον υπολογισμό επιδομάτων εορτών, επιδόματος αδείας, υπερωριών, αποζημίωσης απόλυσης ή συνταξιοδοτικών παροχών.
Η διατακτική μπορεί να χορηγείται ανεξάρτητα από το αν το όχημα ανήκει στον ίδιο τον εργαζόμενο, καθώς η μετακίνησή του μπορεί να πραγματοποιείται με οικογενειακό, μισθωμένο ή παραχωρημένο όχημα.
Ωστόσο, πρέπει να αποτρέπεται η διπλή κάλυψη της ίδιας δαπάνης, όταν ο εργοδότης καταβάλλει ήδη πλήρη αποζημίωση μετακίνησης ή καλύπτει με άλλο τρόπο το σύνολο του κόστους καυσίμων.
2.5 Φορολογική και ασφαλιστική μεταχείριση
Για να επιτύχει το μέτρο τον σκοπό του, απαιτείται ενιαία φορολογική και ασφαλιστική αντιμετώπιση.
Η αξία των διατακτικών καυσίμων πρέπει να εξαιρείται από το φορολογητέο εισόδημα από μισθωτή εργασία, να μην θεωρείται φορολογητέα παροχή σε είδος, να εξαιρείται από τις ασφαλιστικές εισφορές εργαζομένου και εργοδότη, να αναγνωρίζεται ως εκπιπτόμενη επιχειρηματική δαπάνη για τον εργοδότη και να μην επιβαρύνεται με τέλος χαρτοσήμου ή άλλη αντίστοιχη επιβάρυνση.
Αν το μέτρο περιοριστεί μόνο στην εξαίρεση από τις ασφαλιστικές εισφορές, αλλά η παροχή συνεχίσει να φορολογείται ως εισόδημα του εργαζομένου, το πραγματικό όφελος θα περιοριστεί σημαντικά.
Αντίστοιχα, αν εξαιρεθεί μόνο από τη φορολογία, αλλά επιβαρυνθεί με ασφαλιστικές εισφορές, θα μειωθεί το κίνητρο για τον εργοδότη να τη χορηγήσει.
Απαιτείται, επομένως, πλήρης και ενιαία ρύθμιση, τόσο στο φορολογικό όσο και στο ασφαλιστικό πλαίσιο.
2.6 Δημοσιονομική διάσταση και δικλίδες ασφαλείας
Η θέσπιση της απαλλαγής συνεπάγεται δημοσιονομικό κόστος λόγω της μη επιβολής φόρου εισοδήματος και ασφαλιστικών εισφορών επί της αξίας των διατακτικών.
Το κόστος αυτό μπορεί να περιοριστεί και να ελεγχθεί αποτελεσματικά μέσω του ημερήσιου και ετήσιου ανώτατου ορίου, της σύνδεσης της παροχής με τις πραγματικές ημέρες εργασίας, της ηλεκτρονικής μορφής, της αποκλειστικής χρήσης σε συμβεβλημένο δίκτυο και της απαγόρευσης αντικατάστασης μισθού.
Παράλληλα, μέρος του δημοσιονομικού κόστους μπορεί να αντισταθμιστεί από την αύξηση των ηλεκτρονικά καταγεγραμμένων συναλλαγών, την ενίσχυση της απασχόλησης, τη μείωση της κινητικότητας προσωπικού, τη μεγαλύτερη σταθερότητα στις εργασιακές σχέσεις και την τόνωση της νόμιμης κατανάλωσης.
Για λόγους αξιολόγησης, μπορεί να προβλεφθεί αρχική εφαρμογή του μέτρου για συγκεκριμένη χρονική περίοδο και επανεξέτασή του με βάση τον αριθμό των δικαιούχων, το συνολικό ύψος των παροχών, την επίδραση στα έσοδα των ασφαλιστικών ταμείων και τη συμβολή του στην απασχόληση.
2.7 Συμπέρασμα δεύτερης πρότασης
Η θέσπιση διατακτικών καυσίμων μέχρι του ποσού των έξι ευρώ ανά πραγματική εργάσιμη ημέρα και μέχρι 1.452 ευρώ ετησίως αποτελεί μία στοχευμένη κοινωνική και αναπτυξιακή παρέμβαση.
Το μέτρο μπορεί να ενισχύσει ουσιαστικά το διαθέσιμο εισόδημα των εργαζομένων, να περιορίσει το κόστος μετάβασης στην εργασία και να προσφέρει στις επιχειρήσεις ένα πρόσθετο εργαλείο προσέλκυσης και διατήρησης προσωπικού.
Η εφαρμογή του πρέπει να συνοδεύεται από σαφείς δικλίδες ασφαλείας, ηλεκτρονική καταγραφή, αποκλειστική χρήση για καύσιμα ή φόρτιση οχήματος και απόλυτη απαγόρευση υποκατάστασης των τακτικών αποδοχών.
Η επιτυχία της παρέμβασης προϋποθέτει την ταυτόχρονη απαλλαγή της παροχής τόσο από τον φόρο εισοδήματος όσο και από τις ασφαλιστικές εισφορές. Διαφορετικά, το πραγματικό όφελος για τον εργαζόμενο και το κίνητρο για τον εργοδότη θα περιοριστούν σημαντικά.
Γενικό συμπέρασμα
Οι δύο προτάσεις υπηρετούν έναν κοινό στόχο: την προσαρμογή της φορολογικής και ασφαλιστικής πολιτικής στις πραγματικές συνθήκες της αγοράς και στις ανάγκες των επιχειρήσεων και των εργαζομένων.
Στην περίπτωση των πρατηρίων καυσίμων, απαιτείται η αποκατάσταση της σχέσης μεταξύ πραγματικού κέρδους και φορολογικής επιβάρυνσης. Ο υψηλός κύκλος εργασιών, ο οποίος περιλαμβάνει την αξία του προϊόντος και σημαντικές φορολογικές επιβαρύνσεις, δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως αυτόματη ένδειξη υψηλής κερδοφορίας.
Η πλήρης ψηφιακή καταγραφή των πωλήσεων καυσίμων επιτρέπει την ασφαλή επιστροφή στον λογιστικό προσδιορισμό εσόδων και εξόδων, χωρίς να περιορίζονται οι δυνατότητες ελέγχου της Φορολογικής Διοίκησης.
Στην περίπτωση των διατακτικών καυσίμων, δημιουργείται ένα στοχευμένο εργαλείο στήριξης του εργαζομένου και ενίσχυσης της απασχόλησης, με συγκεκριμένα όρια, ελεγχόμενη χρήση και σαφείς προϋποθέσεις.
Η υιοθέτηση των προτάσεων μπορεί να ενισχύσει τη βιωσιμότητα των πρατηρίων, να συμβάλει στη συγκράτηση των τιμών των καυσίμων, να στηρίξει το πραγματικό εισόδημα των εργαζομένων και να βοηθήσει τις επιχειρήσεις στην αντιμετώπιση του σοβαρού προβλήματος εξεύρεσης και διατήρησης ανθρώπινου δυναμικού.
